Θυμάμαι, όταν πρωτάρχισα να γράφω τα χρονογραφήματά μου για τα βιβλία που διάβαζα κατά καιρούς, είχα πέσει πάνω στο βιβλίο της νέας Κύπριας συγγραφέως Κωνσταντίας Σωτήριου. Από την πρώτη στιγμή μου κέντρισε το ενδιαφέρον «Η Αϊσέ» και οι διακοπές της, και κάτι μέσα μου μού έλεγε ότι αυτό το βιβλίο έπρεπε να το διαβάσω, πράγμα και το οποίο έκανα, χωρίς να μετανιώσω λεπτό γι αυτό. Κι έτσι ξεκίνησε η σχέση αγάπης με τα βιβλία της Κωνσταντίας που φέτος ολοκλήρωσε την τριλογία της με το βιβλίο «Πικρία Χώρα».

Άνθρωποι που πέθαναν και τα πτώματά τους θάφτηκαν σε τάφους ομαδικούς. Οστά που παραδόθηκαν μερικώς για να κηδευτούν δημοσία δαπάνη. Οικογένειες που έστεκαν να περιμένουν καρτερικά με φωτογραφίες των δικών τους σε σταθμούς και συγκεντρώσεις. Πόντικες και ασημένια χελιδόνια. Πραγματικότητα, παράδοση, μυθοπλασία. Πένθος, αγάπη προσμονή.

Η Κωνσταντία- η δική μου Κωνσταντία- καταφέρνει κάθε φορά κάτι μαγευτικό. Γράφει τα βιβλία της, μοιράζοντας σελίδες και συναισθήματα σε δύο γλώσσες τόσο συγγενείς και τόσο ξένες ταυτόχρονα. Ελληνικά της ενδοχώρας και Κυπριακή διάλεκτος, ξεδιπλώνονται αριστοτεχνικά και δίνουν το στίγμα για τα συναισθήματα και τις εικόνες που θα πλημμυρίσουν το μυαλό του αναγνώστη, διατηρώντας την γραμματικοσυντακτική ορθότητα και ακολουθώντας όλους τους γνωστούς κανόνες, καταλήγοντας σε θεαματικά αποτελέσματα.

Η Κωνσταντία γράφει για την Κύπρο και τα όσα έγιναν. Για την κατάληψη. Για το ψευδοκράτος. Για τους ανθρώπους και τους φταίχτες. Ταράζει τα χώματα της ιστορίας που τόσος κόσμος προσπαθεί να ξεχάσει. Γράφει, γράφει, γράφει. Κι όλα παίρνουν να ζωντανεύουν με ένα μοναδικό τρόπο. Με μια ανθρώπινη προσέγγιση. Με περιγραφή των συναισθημάτων, της ζωής που έφυγες κι αυτής που ήρθε. Με μια δόση νοσταλγίας, πόνου και παρηγοριάς. Δεν κατονομάζει. Δεν προσβάλλει. Απλά αναπολεί. Καρτερεί για τους ανθρώπους. Στήνει ένα δικό της ιδιότυπο μνημόσυνο σε όσους έφυγαν και όσους χάθηκαν.

Οι ιστορίες της Κωνσταντίας έχουν ως κέντρο την γυναίκα. Μιλούν γι αυτή και εξ αυτής. Καταφέρνουν να μεταφέρουν τον κόσμο που κατάφεραν αυτές οι ηρωίδες να χτίσουν, άλλοτε με την αιώνια πίστη τους και άλλοτε με την μαχητικότητα τους, προσδίδοντας μια παλαιική χροιά και στοχεύοντας βαθιά στο θυμικό του καθενός μας.

Κάθε φορά που την διαβάζω την Κωνσταντία πονάω. Για τους ανθρώπους και τους τόπους της. Για την φυγή. Την απόγνωση. Την θλίψη. Την μοναξιά. Και πάντα σκέφτομαι τους δικούς μου προγόνους και την πατρίδα που χάσανε. Τις γειτονιές, τους φίλους και την επιθανάτια επιθυμία τους. Τότε συνειδητοποιώ, ότι η Κωνσταντία δεν έγραψε απλά μια ιστορική λογοτεχνική περιγραφή, μα έναν ύμνο για όλους όσοι έχασαν την γη τους. Και τότε είμαι βέβαιος, ότι ηθελημένα ή άθελά της έχει καταφέρει να γράψει ένα πετυχημένο βιβλίο.

Για να κλείσω. Διαβάζοντας την «Πικρία Χώρα» ένιωσα τον λόγο της Κωνσταντίας να μεστώνει. Να γίνεται ώριμος και έτοιμος να απλωθεί. Σαν ένα πυλό που δούλευε για χρόνια και τελικά κατάφερε να φτιάξει το δικό της περίτεχνο αγγείο. Και τότε χαίρομαι περισσότερο, γιατί με την Κωνσταντία, με τον λόγο της, μεγαλώνουμε παράλληλα. Ωριμάζουμε. Αφήνουμε κόσμους και συναισθήματα να μας κατακλύζουν και να αφήνουν το δικό τους στίγμα και αποτύπωμα στην δουλειά μας.

Η «Πικρία Χώρα» είναι ένα βιβλίο που θα κουβαλώ μαζί μου. Είναι αυτό που θα με βάζει να σκεφτώ αν αγάπησα πολύ. Αν αγάπησα λιγότερο από πολύ. Αν η αγάπη μου αυτή ήταν αρκετή για να σώσω κάποιον. Ή αν ήταν λίγη και ικανή να τον καταδικάσει σε θάνατο. Ένα είναι το σίγουρο, ότι στο τέλος μένει ένα πικρό χαμόγελο. Αυτό της ολοκλήρωσης.

Καλή ανάγνωση