Τι τίτλος κι αυτός για μυθιστόρημα. Από την αρχή σου δείχνει ότι ο συγγραφέας έχει αποβάλει κάθε ίχνος ματαιοδοξίας. Δεν παραπλανά το κοινό με φανφάρες και λογοτεχνικά τερτίπια. Κάνει μια διαπίστωση, δίνοντας το στίγμα για ένα βιβλίο, που πολλοί θα διαβάσουν και λίγοι θα εκτιμήσουν την ποιότητά του.

Το βιβλίο αρχίζει. Με μια αφήγηση απλοϊκή, σχεδόν, δίνει το στίγμα. Αμέσως καταλαβαίνουμε ότι θα πλανηθούμε σε σκηνικό εμφύλιας σύρραξης . Ξημέρωμα, όπως ξημερώματα αρχίζουν πάντα αυτές οι συρράξεις. Κι ένας πρωταγωνιστής, στο χείλος της απελπισίας. Ποσώς ενδιαφέρεται για τα τεκταινόμενα. Τον απασχολούν περισσότερο τα δικά του προβλήματα.

Μια παράλληλη αφήγηση. Οι ζωές δυο ηρώων σε ένα βιβλίο. Ισομερώς μοιρασμένες, κεφάλαιο παρά κεφάλαιο με δράση τόσο διαφορετική και τόσο άρρηκτα συνδεδεμένη δίνουν το στίγμα του προσεγμένου βιβλίου. Βέβαια, πρέπει να ομολογήσω ότι στην αρχή το στοιχείο αυτό τρομοκρατεί τον αναγνώστη, που έρμαιο του συγγραφέα προσπαθεί να εντοπίσει τον ειρμό για να ακολουθήσει την ροή του λόγου.

Αυτό που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν η γλώσσα. Δεν ήταν απλά προσεγμένη, αλλά ο Γιαλένιος κατάφερε κάτι εξαιρετικό. Ανέδειξε την, από καιρό, κατακρεουργημένη ελληνική και έδωσε ένα ιδιαίτερο στίγμα με τις περιγραφές που περιέλαβε στο σύνολο του έργου. Στάθηκε σε λεπτομέρειες, χωρίς να είναι λεπτομερής, ζωντανεύοντας έτσι το βιβλίο με εικόνες, φορτίζοντας τον αναγνώστη και προκαλώντας τον να τις προβάλει νοητά.

Το «Μόνο τα νεκρά ψάρια ακολουθούν το ρεύμα» αποτελεί την ασφαλή επιλογή για κάθε αναγνώστη που σέβεται τον εαυτό του. Την περίοδο αυτή, που οι προθήκες των βιβλιοπωλείων γεμίζουν με κάθε εύπεπτο ανάγνωσμα, αυτές οι λογοτεχνικές εκλάμψεις πρέπει να είναι κάτι παραπάνω από εκλάμψεις.

Καλή ανάγνωση!

(Ευχαριστώ τις εκδόσεις Ψυχογιός για το πολύ όμορφο δώρο τους)

Αριστείδης Καρεμφύλλης