Με λένε Β., είμαι 33 χρονών και είμαι από την Πάτρα. Διαβάζω τόσο καιρό τις ιστορίες όλων σας με μεγάλο ενδιαφέρον και νομίζω πως πλέον έφτασε ο καιρός να σας διηγηθώ και γω τη δική μου.

Μεγάλωσα και γω όπως η πλειοψηφία των παιδιών της γενιάς μου, έχοντας τα απαραίτητα και ακόμα περισσότερα. Ζούσαμε με άνεση. Δουλειές, λεφτά, άνεση υπήρχαν (…). Σπούδασα οικονομικά και παράλληλα δούλευα μιας και ήθελα να είμαι ανεξάρτητη.

Μόλις ολοκλήρωσα τις σπουδές μου βρήκα απευθείας δουλειά και προσπαθούσα συνεχώς να εξελίσσομαι. Έκλεισα 10 χρόνια στην ίδια εταιρία και ήμουν απόλυτα ευχαριστημένη. Ημουν προϊσταμένη, με πολύ καλό μισθό και ένιωθα αναντικατάστατη. Ήμουν όμως; Μάλλον όχι…Η κρίση τα άλλαξε όλα…

528483-Depression-1364630455-842-640x480
 

Ο μισθός μου μειώθηκε ξανά και ξανά και η κρίση έφερε γκρίνιες. Προσπαθούσα όμως να είμαι ψύχραιμη και όλη αυτή η κατάσταση να μην επηρεάζει την απόδοσή μου στη δουλειά. Υπέμενα τα πάντα αλλά ένιωθα τυχερή. Ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες είχα δουλειά και αυτό μου έδινε άλλη ώθηση. Ώσπου, το χειρότερο συνέβη. Η εταιρία έκλεισε και η ανεργία μου χτύπησε την πόρτα. Το ίδιο και η απόγνωση… Δε μπορούσα με τίποτα να βρω δουλειά. Η προϋπηρεσία μου, όλα αυτά που με τόσο κόπο έχτιζα τόσα χρόνια δρούσαν ανασταλτικά. Ήταν ο λόγος που δεν περνούσα καν στο 2ο γύρο των συνεντεύξεων. Απαιτήσεις οικονομικές φυσικά και δεν είχα πλέον. Αρκεί να είχα μια δουλειά. Θα με βοηθούσαν και οι γονείς μου, πάλι θα σηκωνόμουν…

Δυστυχώς, η ελπίδα, αν και λένε πως πεθαίνει τελευταία, στη δική μου περίπτωση πέθανε νωρίς. Δε υπήρχε καμμία δυνατότητα, καμμία προοπτική να μείνω στην Ελλάδα. Δε μπορούσα καν να συντηρηθώ. Τα έξοδα έτρεχαν και γω στα όρια της κατάθλιψης, ένιωθα ότι χάνω σιγά σιγά την αξιοπρέπειά μου.

Λίγο πριν πέσω τελείως, έσφιξα τα δόντια μου και είπα πως ΔΕΝ θα το αφήσω να με νικήσει!

Ο μεγαλύτερος φόβος μου από μικρή ήταν να φύγω από τη χώρα μου. Δεν ξέρω γιατί. Πάντα όμως και μόνο σα σκέψη, η φυγή από την Ελλάδα με τρόμαζε. Λίγο η ανασφάλεια, λίγο το άγνωστο, λίγο τα συναισθήματά μου για τη χώρα και τους ανθρώπους της μου επέτρεπαν να κάνω όνειρα με χώρα διαμονής αποκλειστικά την Ελλάδα. Και όμως… Ξαφνικά όλα παραμερίστηκαν και η φυγή έξω φάνταζε σαν τη μόνη λύση.

Να σημειώσω ότι άκρες για έξω δεν είχα. Όλοι μου οι φίλοι και γνωστοί περέμεναν στην Ελλάδα. Εγώ όμως δεν άντεχα άλλο. Δε μπορούσα πια να κάνω ΤΙΠΟΤΑ για να το αποφύγω.

Ξεκίνησα να ψάχνω στο ίντερνετ, φυσικά αποκλειστικά για θέσεις που να αφορούν στην ειδικότητά μου. Έστειλα άπειρα βιογραφικά, αλλά δυστυχώς και πάλι δεν έπαιρνα απάντηση από πουθενά.

Μα ούτε έξω δεν υπάρχει ελπίδα; Πώς όλοι βρίσκουν και εγώ δε μπορώ; Τί κάνω λάθος; Το συζήτησα με διάφορους και βρέθηκα να κλείνω ραντεβού με πρεσβείες για να με κατευθύνουν. Σε γενικές γραμμές ήταν αισιόδοξοι, αλλά όλοι μου τόνιζαν ότι πλέον ακόμα και έξω δεν είναι όλα ιδανικά και ρόδινα. Έπαψε το εξωτερικό να είναι η γη της επαγγελίας. Έφυγαν τα τελευταία χρόνια ήδη πολλά άτομα και οι δουλειές μειώθηκαν σημαντικά. Μου επεσήμαναν επίσης πως για μεγαλύτερες πιθανότητες θα βοηθούσε να εγκατασταθώ εκεί και έχοντας ξένη διεύθυνση αυτό θα προσέλκυε περισσότερο τους εργοδότες στο να με καλέσουν για συνέντευξη.

 

fresh start

 

Έτσι και έκανα. Δεν το πολυσκέφτηκα. Μάζεψα όσα περισσότερα χρήματα μπορούσα (να ναι καλά οι γονείς μου και κάποιοι συγγενείς) και έκλεισα εισιτήριο. Τη χώρα την ήξερα. Αγγλία. Στο μυαλό μου έμοιαζε πιο ιδανική σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές. Με το ένα και με το άλλο λοιπόν βρέθηκα στο Λονδίνο. Και εκεί ξεκίνησε ο μεγάλος αγώνας με …τον εαυτό μου. Από τη μια να πρέπει να οργανωθώ και να ξεκινήσω να φτιάχνω τη νέα μου ζωή και από την άλλη να θέλω να ουρλιάζω από το φόβο μου και από την τρελή επιθυμία μου να γυρίσω πίσω! Στους δικούς μου δεν έλεγα κάτι. Τα παρουσίαζα όλα τέλεια και ιδανικά. Δύσκολα να καταλάβαινε κανείς πόσο χάλια ήμουν…

Και οι μέρες περνούσαν και πάλι χωρίς κάποιο αποτέλεσμα. Το μόνο διαφορετικό ήταν ότι αυτή τη φορά με καλούσαν για κάποιες συνεντεύξεις, αλλά μέχρι εκεί. Καμμία θετική απάντηση. Τα έξοδα έτρεχαν, εγώ το ίδιο, αλλά κανένα φως στο τούνελ…

Κάτω από το σπίτι που έμενα υπήρχε ένα ζαχαροπλαστείο που ζητούσε υπάλληλο. Μη ξέροντας τί άλλο να κάνω πήγα να ρωτήσω. Τα λεφτά ήταν καλά και το ωράριο λογικό. Πέρασα και από μια υποτυπώδη συνέντευξη και μου είπε πως αν ήθελα, η θέση ήταν δική μου. Ακαριαία είπα το ναι. Καλύτερα που δεν το σκέφτηκα, γιατί τότε σίγουρα θα αρνιόμουν. Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να κάνει «μαύρες» σκέψεις. Ότι και καλά έριξα τα στάνταρ μου, χαραμίστηκαν τα πτυχία μου κτλ. Ήταν άλλωστε κάτι προσωρινό. Μέχρι να μπορέσω να ορθοποδήσω και να αναζητήσω κάτι άλλο.

Είμαι ήδη εκεί 6 μήνες και είμαι πολύ ευχαριστημένη. Είμαι κυρία του εαυτού μου, έστω και έτσι. Φανταστείτε ότι τα λεφτά που παίρνω, αν και θεωρούνται λίγα για Λονδίνο, στην Ελλάδα θα άγγιζαν τον προηγούμενο μισθό μου! Παράλληλα, στη δουλειά μου, οι εργοδότες μου είναι πολύ καλοί και έχω την ευκαιρία να βελτιώνω συνεχώς και τα αγγλικά -την προφορά μου. Φυσικά, δεν εγκαταλείπω τα αρχικά όνειρά μου. Περνάω από συνεντεύξεις και είμαι πλέον πολύ αισιόδοξη!

Όσο για την Ελλάδα; Μου λείπει πολύ και κυρίως οι δικοί μου άνθρωποι… Πονάω ακόμα και είναι στιγές που θέλω να γυρίσω. Δε θα το κάνω όμως. Και ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΩ!

Μακάρι να αλλάξουν τα πράγματα (αν και δε το βλέπω) και να γυρίσουμε πίσω όλοι εμείς που αναγκαστήκαμε να ξενιτευτούμε.

Ελπίζω αυτή τη φορά, η ελπίδα όντως να πεθάνει τελευταία…

Β.