Σάββατο απόγευμα, το τελευταίο της χρονιάς και α βήματά μου με οδηγούν στο Θέατρο Αθήναιον. Μία ώρα πριν συναντηθώ με την παρέα μου, για να κλείσει η θεατρική χρονιά με «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», πέρασα στα καμαρίνια όπου με περίμενε η ευγενέστατη κα Τζένη Καλλέργη, μια εξαιρετική κυρία του ελληνικού θεάτρου.

Από τις πρώτες κουβέντες της γνωριμίας μας, με εντυπωσίασε η ευγένειά της και ο άμεσος τρόπος της. Η γλυκύτητα, μιας γυναίκας που έχει γνωρίσει την επιτυχία και την καταξίωση. Ο σεβασμός στον συνομιλητή της και η ζεστασιά ενός ανθρώπου που είναι σαν να τον γνωρίζεις χρόνια. Κι έτσι ξεκινήσαμε την όμορφη κουβέντα μας.

1)      Τι είναι αυτό που θα θέλατε να γνωρίζει ο κόσμος γι εσάς;
Να γνωρίζει αυτό που κάνω στο θέατρο. Αυτό θέλω. Δεν είμαι ηθοποιός της τηλεόρασης, και το θέατρο δεν έχει αυτή την αναγνωρισιμότητα που έχει η τηλεόραση. Αλλά γι εμένα, ο ηθοποιός είναι το θέατρο και θα ήθελα να με γνωρίζουν από τους ρόλους μου, από την πορεία μου, από την συνέπεια στην δουλειά μου. Τα άλλα όλα, δεν με ενδιαφέρουν.

2)      Διαβάζοντας το βιογραφικό σας, βλέπουμε μια ευρεία γκάμα ρόλων. Πώς καταφέρνετε να αντεπεξέλθετε σε αυτές τις θεατρικές προκλήσεις;

Είναι πάρα πολύ συναρπαστικό αυτό. Είναι συναρπαστικό να παίζεις διαφορετικούς ρόλους. Δεν θα μ’ άρεσε ποτέ να διαμορφώσω ένα θεατρικό χαρακτήρα που πάνω σε αυτόν να στηρίζονται οι ρόλοι που θα παίζω ή να τον προσαρμόζω σε μένα. Είναι μια εύκολη συνταγή για τον ηθοποιό. Βλέπει τι αρέσει στον κόσμο, κι αν πετύχει το πλασάρει συνέχεια. Από παλιά το είχαν οι ηθοποιοί αυτό.

Εγώ θέλω κάθε ρόλος να είναι μοναδικός, αφού ο καθένας είναι διαφορετικός χαρακτήρας. Καλείσαι να ζωντανέψεις έναν άνθρωπο που κάθε φορά είναι άλλος. Δεν γίνεται να μιλάς, να κινείσαι, να φέρεσαι σε όλους τους ρόλους το ίδιο. Εγώ θέλω κάθε φορά να είναι κάτι άλλο, γιατί έτσι είναι. Αλλά αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται πάρα πολλή δουλειά, για να βρεις τον χαρακτήρα, την εποχή αν είναι κλασσικό έργο, γιατί έχω παίξει ρόλους, όπως την Κλυταιμνήστρα, την Πηνελόπη Δέλτα, την Ξανθίππη την γυναίκα του Σωκράτη. Ρόλους που είναι πολύ διαφορετικοί ο ένας με τον άλλον και είναι και διαφορετικές οι εποχές. Δεν μπορείς λοιπόν να λειτουργήσεις με τα δεδομένα της δικής σου προσωπικότητας σε κάθε εποχή. Ο κάθε ρόλος κουβαλάει μαζί του εκτός από τον χαρακτήρα του ήρωα και το περιβάλλον, τις κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, την εποχή που έδρασε ο συγγραφέας και που έπλασε αυτούς τους ρόλους. Οπότε πρέπει να προσαρμόζεσαι. Με το να διεισδύω στην εποχή, στην ψυχολογία και στον χαρακτήρα της ηρωίδας που πρέπει να ζωντανέψω καταφέρνω να ανταπεξέλθω.

Η Μπερνάρντα Άλμπα είναι στις αρχές του 20ου αιώνα στην Ισπανία, σε μια επαρχιακή πόλη, στην Ανδαλουσία. Είναι ένα περιβάλλον, όπως ήταν κι η δική μας επαρχία. Με την καταπίεση της γυναίκας. Ο άνδρας υπερισχύει, είναι ο δυνατός. Η γυναίκα είναι η κατώτερη. Έπρεπε να μπω εγώ στην εποχή, στην Ισπανία του Φράνκο, σε μια καταπιεστική κοινωνία για να μπορέσω να δώσω αυτήν την αυταρχική γυναίκα που είναι ένα σύμβολο. Σύμβολο της βίας. Έτσι πλάθονται οι ρόλοι.

3)      Σε παλαιότερη συνέντευξη σας είχατε δηλώσει ότι ταυτιστήκατε στον ύψιστο βαθμό με την Πηνελόπη Δέλτα που ενσαρκώνατε στο «Θέατρο της Ημέρας». Συμβαίνει το ίδιο και με την Μπερνάρντα Άλμπα;
Μπήκα στην ψυχολογία της Πηνελόπης Δέλτα και μάλιστα μπήκα τόσο πολύ γιατί ένα καλοκαίρι μελετούσα  την Πηνελόπη Δέλτα και διάβασα χιλιάδες σελίδες. Τα απομνημονεύματά της, τα γράμματά της με τον Δραγούμη, έζησα τον έρωτά της, την πίκρα της, τον πόνο της. Όλα αυτά, δεν θα μπορούσα να μην σας πω, πως στα τρία χρόνια που έπαιζα αυτό τον ρόλο, δεν άντεξα. Αφού πήρε το πρώτο βραβείο στην Αθήνα της καλύτερης παράστασης, εγώ της ερμηνείας κτλ., δεν άντεχα. Είχα πάθει κατάθλιψη, γιατί η Πηνελόπη Δέλτα ήταν καταθλιπτική, βγαίνει στην σκηνή, πριν πεθάνει με το καροτσάκι, ανάπηρη, μετά αυτοκτονεί. Όλο αυτό με είχε επηρεάσει. Αν μπεις στην ζωή, στην ψυχή του κάθε ρόλου σε επηρεάζει. Βέβαια, δεν πρέπει να του επιτρέψεις να σε επηρεάσει έτσι που να πάθεις κατάθλιψη, για παράδειγμα, όπως εγώ βρέθηκα στα πρόθυρα, ίσως γιατί είχε πεθάνει ο σύζυγός μου, ο Λυκούργος ο Καλλέργης, και αισθανόμουν λίγο αυτή την μοναξιά της Πηνελόπης Δέλτα, κι έτσι μπήκα στην ψυχή της και μπόρεσα να την ερμηνεύσω.

Όπως και τώρα, με την Μπερνάρντα Άλμπα. Μελέτησα την εποχή της, την καταπιεστική. Αυτό δίνει ο Λόρκα στο κείμενό του. Δεν χρειάζεται να κάνεις πολλά πράγματα γιατί ο λόγος μόνο του Λόρκα δείχνει την καταπίεση της γυναίκας. Αλλά αυτή βέβαια ήταν η προσωποποίηση, ένα σύμβολο βίας, εξουσίας, αυταρχισμού. Μια γυναίκα τρομερή, θύμα της εποχής της. Βέβαια, μια θεάτρια μου είπε στο τέλος της παράστασης: «Αν σας γνωρίσει κανείς, ποτέ δεν πιστέψει ότι δεν είστε κακιά». Γιατί είναι τόσο κακιά και πρέπει να είναι* έτσι ήταν κι η Μπερνάρντα.

4)      Από το σανίδι στην συγγραφή. Ποιο βαραίνει περισσότερο στην δική σας θέληση;
Δεν το συζητάω. Φυσικά το θέατρο. Αλλά κι η συγγραφή είναι συναρπαστική. Είναι μια κατάθεση ψυχής. Και το θέατρο είναι κατάθεση ψυχής, αλλά εκεί (στην συγγραφή) είσαι η ψυχή η δική σου, όχι του άλλου. Γι εμένα είναι ένα καταφύγιο και μία διέξοδος της ψυχής, της μοναξιά. Όλα αυτά που αντιμετωπίζουμε στην ζωή, είτε είναι κακίες, είτε ζήλιες, οτιδήποτε, μέσα από την συγγραφή, με το να απομονώνεσαι, να πλάθεις ήρωες όπως θέλεις να τους δεις, είτε καλούς, είτε κακούς. Αυτό σε παρασύρει σε άλλους κόσμους.

5)      Έχει τύχει να μεταφέρετε την θεατρική σας ζωή σε ένα βιβλίο;
Την θεατρική όχι, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, το πρώτο μου βιβλίο είναι μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία. Ένιωθα την ανάγκη, πριν η λογική με αποχαιρετήσει, ή οι μνήμες, να καταθέσω την εμπειρία μιας ζωής 40 ετών με αυτή την μεγάλη προσωπικότητα που έζησα, τον Λυκούργο Καλλέργη, και τους ανθρώπους που γνώρισα, που γι εμένα είναι η προίκα μου.

Αυτές όλες οι προσωπικότητες του 20ου αιώνα, από Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ρίτσο, Κουν, όλους που είχα την τύχη την μεγάλη χάρη σε αυτόν τον άνθρωπο να βρεθώ μαζί και να συναλλαγώ, αυτό ήταν γι εμένα, όπως είπα, η μεγαλύτερη προίκα που έχω και που ήθελα να την αποτυπώσω. Αναφέρονται μέσα και τα θεατρικά που έχω παίξει, αλλά δεν έχω γράψει για την ζωή στο θέατρο. Πιο πολύ, είναι μια κοινωνικοπολιτική κατάσταση που επικρατούσε τότε, τα χρόνια των δεκαετιών ’70, ’80.

6)      Τι είναι αυτό που συμβουλεύετε νέους που θέλουν να ασχοληθούν με την υποκριτική;
Δεν μπορώ εγώ να συμβουλεύσω, απλώς ως ηθοποιός που έχω κάνει μια πορεία, οι ηθοποιοί πρέπει να έχουν μια συνέπεια, πρώτα-πρώτα, αγάπη για το θέατρο, αυτοθυσία γιατί δεν μπορείς να ξεγελάσεις το θέατρο. Στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο είναι άλλο, αλλά το θέατρο θέλει πολλή δουλειά. Πάρα πολλή δουλειά, πολλή μελέτη, πολλή αφοσίωση. Δεν θα έχεις την αναγνωρισιμότητα που θα έχεις στην τηλεόραση, μπορεί να μην έχεις ακόμη κι οικονομικά οφέλη που μπορεί να έχεις από την τηλεόραση- αν κι εκεί είναι τώρα τα πράγματα άσχημα.

Το θέατρο θέλει ψυχούλα. Αυτό που έλεγε ο Κουν, ότι κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας. Πέραν από το ότι θες να ερμηνεύσεις κάτι, είναι αυτό που ζητάει η ψυχή σου. Αν δεν το νιώθεις αυτό, δεν μπορείς να πεις ότι θα γίνεις ηθοποιός του θεάτρου. Ούτε Βεντετισμοί χρειάζονται. Εδώ θα πω πάλι, γιατί όπως μου έλεγε ο μέντοράς μου και ο δάσκαλός μου που ήταν ο Λυκούργος Καλλέργης, όταν συζητούσαμε για τα δημοσιεύματα που γίνονται στα περιοδικά, τι έκανε ο ένας, ποιον έχει, έμεινε έγκυος, δεν έμεινε έγκυος κλπ, ασχολούνται με αυτά τα θέματα. Και πάντα μου έλεγε, ποτέ δεν θα βγεις προς τα έξω, δημόσια, με την προσωπική σου ζωή. Πάντα με την δουλειά σου… μόνο με την δουλειά σου. Και αυτό προσπαθώ… μόνο με την δουλειά μου.

7)      Πώς είναι να κάνετε γιορτές μακριά από το σπίτι σας, παίζοντας στο θέατρο;
Ε καλά, δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα, ούτε το ωραιότερο, γιατί έχω τον γιο μου. Εντάξει, είναι ανεξάρτητος, παντρεμένος, έχει τον μικρό, τον Λυκούργο, αλλά, αλλιώς είναι. Γι αυτό τώρα τις τρεις μέρες που έχουμε αργία, για να ξεκινήσουμε πάλι τις παραστάσεις θα πάω Αθήνα και θα γυρίσω. Δεν μπορώ να τους αφήσω μόνους τους.

8)      Δώστε μου μια ευχή για το μέλλον!
Εύχομαι για το μέλλον και για το παρόν να έχουμε ειρήνη, γιατί δεν μου αρέσουν καθόλου αυτά που βλέπω να γίνονται. Να έχουμε ειρήνη και αδελφοσύνη και αγάπη, να έχουμε μεταξύ μας. Αυτό είναι το βασικότερο.

Δεν ξέρω πλέον να συμπληρώσω. Θα κρατήσω δύο πράγματα από αυτή μας την κουβέντα και θα τα κάνω ευχή μου για το νέο έτος. Μακάρι να λείψουν οι βεντετισμοί και να επικρατήσει η ειρήνη. Και μακάρι, άνθρωποι σαν την κα Καλλέργη, να συνεχίζουν να μοιράζουν το φως τους είτε από το σανίδι, είτε από τις συνεντεύξεις και τα βιβλία τους.

 

Info: «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» θα συνεχίσει τις παραστάσεις του στο θέατρο Αθήναιον και την νέα χρονιά. Δείτε αναλυτικά την ταυτότητα του έργου και το πρόγραμμα παραστάσεων εδώ.