Από την πρώτη φορά που έπιασα βιβλίο στα χέρια μου μού άρεσε ο τρόπος που στήνονται οι μικρές ιστορίες. Αυτές που σε μια κατοστάδα σελίδων γεννιούνται, μεγαλώνουν, ενηλικιώνονται και σβήνουν. Οι ιστορίες που θέλουν τον πρωταγωνιστή τους να μιλάει για ένα γεγονός, για μια ζωή, για μια στιγμή δική του. Την στιγμή που έγινε η ζωή του η ίδια και ταυτόχρονα κατάφερε να τον κάνει τον ολοκληρωμένο άνθρωπο που τελικά είναι την στιγμή που γινόμαστε ένα με αυτόν, μέσα από τις λέξεις του «πνευματικού του γονέα».

Η Μαρία Λαϊνά έγραψε ένα βιβλίο τσέπης. Για την ακρίβεια ένα βιβλίο που όποιος το διαβάσει θα είναι πέτρες στην τσέπη του. Ένας μονόλογος ενός ταραγμένου νου, με αναδρομές, περιγραφές και ιστορίες που εξυμνούν το πέρας μιας ευτυχισμένης ζωής και την ατέρμονη προσπάθεια να καταφέρει η ηρωίδα να παλέψει την απάλευτη ζωή που καλείται να περάσει.

Με τρόπο άμεσο, η ιστορία εκτυλίσσεται και τα πρόσωπα παίρνουν σάρκα και οστά σε μιαν αφήγηση που βαριανασαίνει. Ένας κεντρικός ήρωας και πρόσωπα που στοιχειοθετούν το μπακράουντ σε ένα θαμπό καμβά που μόνο στόχο έχει να μας υπενθυμίζει πως η «ζήση» μας είναι μια συνεχώς εξελισσόμενη κατάσταση κατά την οποία τείνουμε να αδρανούμε, χάνοντας το νόημά της και την ευκαιρία να εκφράσουμε τα όσα οι ίδιοι ενδόμυχα νιώθουμε και φοβόμαστε να εκτεθούμε εξωτερικεύοντάς τα.

Με τρόπο άμεσο και γλώσσα απλή, μια πρωτοπρόσωπη  αφήγηση. Με μπόλικες επαναλήψεις και παύσεις. Με αναχρονισμούς, χρονικά κενά, αναλαμπές και ένα σωρό άλλα δημιουργείται ένα βιβλίο που επουδενί δεν ευχαριστεί τον αναγνώστη μα του είναι τόσο οικείο, με τρόπο που τον δείχνει με το δάχτυλο.

Μια ταραγμένη ψυχολογικά ηρωίδα. Μια ταραχή δική μας περισσότερο. Μια άκρατη ανάγκη να επιζήσουμε σε ένα κόσμο που οι ίδιοι καταστρέψαμε. Κι όλα αυτά δοσμένα με τρόπο τόσο ποιητικό, με τόνο έντονα λυρικό, με ανθυποβολές και ένα σωρό ακόμη φιλολογικά φαινόμενα που δεν θα ήθελα να καταπιαστώ και να αναλύσω.

Μα στο τέλος… Το τέλος αυτό που η Μαρία Λαϊνά δίνει στο βιβλίο της. Το τέλος της λύτρωσης της σύντομης ανάγνωσης. Η αισιοδοξία που τόσο πολύ μας κατακλύζει. Το αίσθημα του Ζην. Η ανάγκη να επικοινωνήσουμε. Η ευχαρίστηση που υπάρχουμε και που, ίσως, θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε και την επόμενη μέρα.

Καλή ανάγνωση