Αμφιταλαντεύτηκα πολύ μέχρι να πάρω την απόφαση να ξαναγράψω. Θλίψη και πόνος για
τα όσα συμβαίνουν, άνθρωποι περιορισμένοι, νοσούντες και πενθούντες , ρεπορτάζ και
νούμερα στενάχωρα κατακλύζουν την μέρα μας. Με περισσότερη σκέψη κατέληξα να μην
αφήσω το γράψιμο και να συνεχίσω να προτείνω βιβλία που μου αρέσουν σε όλους εσάς
που μπαίνετε στον κόπο να διαβάσετε και, ίσως, να με εμπιστευθείτε. Γιατί τα βιβλία φίλοι
μου είναι το παράθυρο στα όνειρα και σε στιγμές ανέμελες, δίχως φόβο και θλίψη και για
το δικό μας καλό πρέπει να ανοίξουμε το παράθυρο αυτό και να αφήσουμε το φως του να
μας κατακλύσει . Και τώρα, επιστροφή στον λόγο ύπαρξης του κειμένου αυτού και την
αγαπημένη μου πλέον Ρόζαμουντ Πίλτσερ.
Η Σελίνα, μια εικοσάχρονη κοπέλα ετοιμάζεται να παντρευτεί ένα γνήσιο άγγλο νεαρό, που
τυγχάνει να είναι ο δικηγόρος της. Μεγαλωμένη με την γιαγιά της, δεν γνώρισε ποτέ την
μητέρα της που πέθανε νωρίς, μα ούτε και τον πατέρα της που είχε πεθάνει στον πόλεμο,
πριν ακόμη μάθει για την ύπαρξή της. Μέχρι την μέρα που πέφτει στα χέρια της ένα βιβλίο
κι έρχεται αντιμέτωπη με την φωτογραφία του συγγραφέα με την τρομερή ομοιότητα με
τον πατέρα της. Το ταξίδι ξεκινά και τα νησιά της Ισπανίας είναι το τέλειο τοπίο για την
αναζήτηση της Σελίνα που της επιφυλάσσει πλήθος εκπλήξεων και ανατροπών.
Η Ρόζαμουντ Πίλτσερ, όπως έγραψα και παλαιότερα ήξερε να γράφει βιβλία με τον
παραδοσιακό Βρετανικό αέρα. Μας περιγράφει τις σκηνές μία προς μία, δίνει βάση στο
περιβάλλον, ξεχωρίζει το αστικό από το επαρχιώτικο τοπίο, δίνει έμφαση στους διαλόγους,
τηρουμένων των αναλογιών μεταξύ της φιλικής αμεσότητας, του ερωτικού δέλεαρ, του
σαρκασμού και της ευγένειας. Γράφει και ζει μέσα στις σελίδες της, ως μια κυρία ευγενικής
καταγωγής και με αέρα νοσταλγικό.
Διαβάζοντας τα βιβλία της προσπαθώ να αγκιστρωθώ από λεπτομέρειες για να βρω τα
τρωτά της σημεία. Θέλω να κρίνω ως ανώφελη την περιγραφή μιας εμπριμέ ταπετσαρίας ή
ενός κόκκινου κιλιμιού. Μα, πολύ σύντομα και προς απογοήτευση του εγωισμού μου,
καταφέρνει να τονίσει σημεία ζωτικής σημασίας συνδέοντάς υποσυνείδητα με τις περιττές
αυτές περιγραφές.
Διαβάζοντας το «Λιοντάρι που κοιμάται» βρέθηκα στο μακρινό Σαν Αντόνιο. Κολύμπησα
στο Κάλα Φουέρτε και έζησα τιε ιδιοτροπίες και τις συνήθειες ενός τόπου, τόσο μακριά από
τον δικό μου Μεσογειακό τρόπο ζωής, πόσο δε μάλλον, από την Αγγλική πειθαρχία της
συγγραφέως. Γνώρισα τους ανθρώπους, ένιωσα το θρόισμα από τις πευκοβελόνες και τους
μαυριτανικούς ήχους να με κατακλύζουν και να με ηρεμούν.
Η νηφαλιότητα της Πίλτσερ είναι αυτή που κάνει τα βιβλία της τόσο ιδιαίτερα. Βγαλμένη
από μια άλλη εποχή, δεν χρειάζεται αποκαλυπτικές περιγραφές για να εξιτάρει το μυαλό
του αναγνώστη. Σκηνές ερωτικές έχουν την ένταση να εξιτάρουν και να προκαλέσουν ρίγη
συγκίνησης στον αναγνώστη από την απλή και γνήσια περιγραφή ενός βλέμματος, μιας
φιλοφρόνησης, ενός αγγίγματος στο μάγουλο. Περιγραφική δεινότητα που πολλοί
σύγχρονοι δεν καταφέρνουν ούτε με την εξιστόρηση μακροσκελών σκηνών σεξ ή
προκλητικών αναφορών σε σώματα και ορέξεις.
Στο τέλος, η δράση και το «πλοτ τουίστ» επιτυγχάνεται σε λίγες μόλις σελίδες. Και μέσα σε
αυτές μας δινει το πλήρες ψυχογράφημα της ηρωίδας της και μας αποκαλύπτει πτυχές του
χαρακτήρα της που αγνοούσαμε μέχρι την στιγμή εκείνη. Καταφέρνει δε, να προκαλέσει
αισθήματα συμπάθειας και κατανόησης, που η λογική εξέλιξη των πραγμάτων δεν θα μας
επέτρεπε υπό άλλες συνθήκες.
Το «Λιοντάρι που κοιμάται» είναι ένας ύμνος στην αγάπη στον πατέρα και στον έρωτα. Μια
προτροπή να σπάσουμε τα δεσμά της αποστείρωσης, να αφεθούμε και να αναζητήσουμε
αυτό που θα μας κάνει να ζήσουμε πραγματικά. Και τελικά, η εξιστόρηση του ταξιδιού της
Σελίνα, δεν είναι τίποτα άλλο, από την βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου να βρει το ποιος
πραγματικά είναι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα αγκιστρωθεί σε ρίζες και οικογενειακές
προκαταλήψεις!
Καλή ανάγνωση…